Η «Εφημερίδα των Συντακτών» για τον Σκαρίμπα, με αφορμή την συμπλήρωση (χθες) 125 χρόνων από την γέννησή του

Ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε στην Αγία Ευθυμία στις 28 Σεπτεμβρίου 1893. Με αφορμή την συμπλήρωση 125 χρόνων από την γέννησή του, η «Εφημερίδα των Συντακτών», στο χθεσινό της φύλλο, δημοσίευσε κείμενο του Δημήτρη Νανούρη με τίτλο «Τύφλες φωτός» το οποίο και αναδημοσιεύουμε:

Τύφλες φωτός

«Συνταξιούχος τελωνειακός, διασαφιστής και τάχα λογοτέχνης, αλλά και ανάξιος απόγονος ορεσίβιων προγόνων» συστηνόταν ο γεννημένος, σαν σήμερα το 1893, στην Αγιά Θυμιά Παρνασσίδος, ιδιόρρυθμος και πρωτοπόρος κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος. Παρασημοφορήθηκε στον Α” Παγκόσμιο Πόλεμο και κατόπιν διορίστηκε τελωνοσταθμάρχης στην Ερέτρια. Το 1915 εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα και ρίζωσε στα τρελά της νερά τόσο πολύ, ώστε να μπορεί να φλετράει τα φτερά του φτάνοντας παντού και επιστρέφοντας πάντα. Καλύτερα, όμως, να μας τα πει ο ίδιος ο Γιάννης Σκαρίμπας:

TΟ ΖΗΤΗΜΑ Δεν ήταν δα τόσο σπουδαίο: Nα φύγεις -ξεπορτώντας-/ χωρίς την πόρτα ν’ άνοιγες -αδύνατο. Χρυσή,/ πρώτα την πόρτα ανοίγοντας κι απέ -ποκείθες- βγώντας,/ μπορεί ο καθείς -εξόν λολός- να φεύγει (όπως εσύ)./ Το ζήτημα δεν είναι αυτό. Ούτε πως ξέρεις να στο-/ λίζεις το γράμμα σου μ’ ανθιά που κλεις μες στο γραφτό:/ ξέρεις ότι μη γράφτοντας κι ότι μη στέλνοντάς το/ -για να το λάβω αδύνατο -αδύνατο κι αυτό./ Το ζήτημα είναι το γιατί (της γνώσης μου της λίγης,/ τόσο είναι το φως και τόσο η σκέψη μου εμένα είν’ θαμπή)/ ν’ ανοίξει πρέπει η πόρτα πριν για να μετά συ φύγεις,/ κι όχι να κλείσει από μετά -ενώ συ θα ’χες μπει.

ΤΟ ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,/ τα χάλκινα –με τρεις οπές– σουράβλια είχαν στα χείλη,/ όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες/ – ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το ’να το άλλο εφίλει.// Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η –σαΐτα– ρίγα/ (των χρυσοκεντημένων της –αράδα– παπαγάλων)/ στις γάμπες σου ανελίχτηκε –γοργό ερπετό– που ερίγα/ στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.// Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών –στο σέρπιο μονοπάτι–/ τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)/ έμειναν τ’ άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι/ και τ’ αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμά σου…

ΦΑΝΤΑΣΙΑ Να ’ναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί/ προς έναν δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη,/ και σένα του καπέλου σου πλατειά και φανταιζί/ κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει./ Και να ’ν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά/ γι’ άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,/ κι αυτός ο άνεμος τρελά-τρελά να μας σκουντά/ όλο προς τη γραμμή των οριζόντων./ Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός/ για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο πού πάει/ όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:/ έξω απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη./ Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο άνεμος μαζί/ πέρ’ από τόπους και καιρούς, έως ότου –φως μου–/ (καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί)/ βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου.

 

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει