Ημέρα μνήμης…Πριν και μετά…

Μια οικογένεια μπροστά από το καμένο σπίτι, 1943

Της Έφης Κοκκίνη-Τσισκάκη

Συγκεντρωθήκαμε εδώ σήμερα για να θυμηθούμε εκείνες τις στιγμές της ιστορίας του τόπου μας και εκείνους τους ανθρώπους που με τον ηρωισμό και τη θυσία τους έγραψαν στην αιωνιότητα «Αηθυμιά» ως τόπο, ως πατρίδα, ως πίστη, ως θρησκεία.

Μια μέρα πριν τον πόλεμο η Αηθυμιά πορευότανε με γαλήνη. Οι χωριανοί έβοσκαν τα κοπάδια, έσπερναν τα γεννήματα, ξεχέρσωναν τη γη, πέλεκαγαν την πέτρα, έριχναν καταβολάδες, μάζευαν ξύλα από το βουνό, κουβάλαγαν νερό από το πηγάδι και δόξαζαν τον Θεό και τους Αγίους, σε τούτο τον τόπο, τον φτωχό, τον άγονο, τον ξερικό.

Και ο Θεός ήταν ευχαριστημένος μαζί τους κι έπεμπε τον ήλιο να τους αυγατίσει, τη βροχή να τους ευλογήσει, το φως να τους παρηγορήσει, τον άνεμο να τους φέρει νότες χαράς.

Κι η ειρήνη έδινε καρπούς, η ζωή στο χωριό ήταν σε πλήρη άνθιση και κατά την απογραφή του 1940 αριθμούσε 1528 νομάτους και στο σχολείο τα μαθητούδια ήταν όσα και τα χελιδόνια.

Όμως ένα βήμα πιο μακριά, από τον Σεπτέμβριο του 1939, η Ευρώπη βρισκόταν στη δίνη του πολέμου. Οι επεκτατικές τάσεις των χωρών του άξονα είχαν προσανατολιστεί προς όλο τον πλανήτη.

Η ναζιστική Γερμανία με τον Αδόλφο Χίτλερ είχε στραφεί ανατολικά και είχε βάλει στο στόχαστρο την Πολωνία, τις Βαλτικές χώρες και τη Σοβιετική Ένωση.

Κι από την άλλη η φασιστική Ιταλία με τον Μπενίτο Μουσολίνι που στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε τεθεί εναντίον της Γερμανίας και παρότι έχασε χιλιάδες στρατιώτες, με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών είχε αποκομίσει ελάχιστα οφέλη, τώρα έβλεπε την ευκαιρία να βγει κερδισμένη. Το 1939 κατέλαβε την Αλβανία και το ίδιο σκεφτόταν να κάνει και με την Ελλάδα. Και μετά από οργανωμένη προπαγάνδα και συνεχείς προκλήσεις εναντίον μας έφτασε στο αποκορύφωμα όταν ιταλικό υποβρύχιο τορπίλισε το καταδρομικό «Έλλη» στο λιμάνι της Τήνου την ημέρα της Παναγίας.

Αν και η Ελλάδα συνέχισε να τηρεί στάση ουδετερότητας, τα μαύρα σύννεφα του πολέμου πύκνωσαν πάνω από τη χώρα μας κι η μέρα έγινε νύχτα.

Η Ελλάδα εισήλθε στον Πόλεμο στις 28 Οκτωβρίου του 1940 με εισβολή που πραγματοποίησε ο ιταλικός στρατός από την Αλβανία.

Οι γρήγοροι χτύποι της καμπάνας έφεραν το μαύρο χαμπέρι στο χωριό. Οι νέοι του χωριού που χτες περίμεναν πότε θα ντυθούν γαμπροί πήραν μόνο την ευχή της μάνας κι έτρεξαν να καταταγούν. Από όπου περνούσαν χτυπούσε η σάλπιγγα και τους έραιναν με λουλούδια. Κι εκείνοι με μόνο όπλο το φυλαχτό που τους κρέμασε η μάνα στο στήθος τραγουδούσαν κι έφευγαν για τον πόλεμο σαν να πήγαιναν σε χαρά.

Ο ελληνικός στρατός κατόρθωσε να σταματήσει την εισβολή και να απωθήσει τους Ιταλούς πίσω στην Αλβανία, γεγονός που ανάγκασε τη Γερμανία να παρέμβει, να συμπράξει με τη σύμμαχό της και να κυριεύσει την Ελλάδα τον Απρίλη του 1941. Στο πέρασμά τους σκορπάνε τον θάνατο και την καταστροφή. Ψηλά, πάνω στα χαρακώματα οι φαντάροι μας μάχονται με τον εχθρό αλλά και με την πείνα, τη λάσπη, τα κρυοπαγήματα, την ψείρα και πεθαίνουν μέσα στο χιόνι μόνοι και εδώ κάτω το χωριό μας βομβαρδίστηκε στις 25 Απριλίου 1941 και η κεντρική εκκλησία υπέστη πολλές ζημιές όμως η Υπεραγία Θεοτόκος σκέπασε με την Αγάπη της τους χωριανούς και δεν έπαθε τίποτα κανένας.

Παρά την τελική νίκη των δυνάμεων του Άξονα, η αρχική ελληνική νίκη κατά των Ιταλών είχε μεγάλη επίπτωση στην έκβαση του Πολέμου. Αναφέρεται ότι ο Αδόλφος Χίτλερ, σε συνομιλία του είπε στην Λένι Ρίφενσταλ «εάν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δε χρειάζονταν τη βοήθειά μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή».

Όμως για τους χωριανούς μας δεν είχε σημασία ποιός νίκησε και ποιός ηττήθηκε. Μετρούσαν τους σκοτωμένους. Κι έλλειπαν ήδη έξι ψυχές. Τρεις που έπεσαν στο πεδίο της μάχης και τρεις που έγιναν αιχμάλωτοι πολέμου και δεν γύρισαν ποτέ.

Η ζωή μαράθηκε. Τα κοπάδια κλείστηκαν στα μαντριά. Τα χωράφια γίνηκαν μπαΐρια. Οι μαθητές παράτησαν την πλάκα και το κοντύλι. Το γέλιο στέρεψε. Η ελπίδα πονούσε γιατί για τίποτα δεν τους έκανε πια καρδιά.
Για τα επόμενα τρία χρόνια η χώρα μας μοιράστηκε κι έζησε τη σκληρή Κατοχή υπό τις δυνάμεις της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας.

Η δική μας περιφέρεια ανήκε στην εποπτεία της Ιταλίας που είχε στήσει το αρχηγείο της στην Άμφισσα.

Η γεωγραφική θέση του χωριού μας, που άλλοτε ήταν ευλογία καθότι βρίσκεται στο μοναδικό οδικό πέρασμα που ένωνε την Αθήνα με τη Δυτική Ελλάδα και την Ήπειρο, μετατρέπεται σε μειονέκτημα αφού βρίσκεται σε συνεχή έλεγχο από τον κατακτητή. Καθημερινά Ιταλικές φάλαγγες μετακινούνται για να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους σε άλλα σημεία, για να πραγματοποιήσουν τον ανεφοδιασμό τους, για να μεταφέρουν το ταχυδρομείο τους.

Στο διάβα τους επιτάσσουν τα ζώα του χωριού, επιδίδονται σε πλιάτσικο, αρπάζουν τα καρβέλια από τη σανίδα, τα όσπρια από τα κιούπια, τα κατσίκια από τον τσάρκο, τα αυγά από το κοτέτσι.

Η κατοχή είναι κατοχή.

Η Ελλάδα υποφέρει τα πάνδεινα. Η οικονομία της χώρας που είχε υποστεί μεγάλη καταστροφή από τον εξάμηνο πόλεμο με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς την περίοδο της κατοχής καταρρέει κυριολεκτικά. Οι πρώτες ύλες και τα τρόφιμα επιτάσσονται από τους κατακτητές και διοχετεύονται για τη συντήρηση του γερμανικού στρατού και του γερμανικού πληθυσμού του Γ΄ Ράιχ.

Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του Γκέρινγκ «Καρφί δεν μου καίγεται όταν μου λέτε ότι οι άνθρωποι της ζώνης ευθύνης σας πεθαίνουν από την πείνα. Αφήστε τους να πεθάνουν εφόσον έτσι δεν λιμοκτονεί κανένας Γερμανός».

Για τη Γερμανία είναι σημαντικότερο να στηριχτεί η πολεμική μηχανή παρά οι ανθρωπιστικές ανάγκες των κατακτημένων.

Τα τρόφιμα σώνονται και είναι δυσεύρετα ή τα βρίσκουν μόνο στη μαύρη αγορά, η τιμή τους έχει εκτιναχτεί στα ύψη. Δημιουργείται εκρηκτική άνοδος του πληθωρισμού και με 200.000.000 δραχμές αγοράζεις μόνο ένα κουτί σπίρτα.

Η πείνα μαστίζει την Ελλάδα. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν στα αστικά κέντρα τον τρομερό χειμώνα του 1941-42, στον λεγόμενο Μεγάλο Λιμό.

Η πείνα, η ανέχεια, η ντροπή ξυπνούν τους κατακτημένους. Πρέπει να αντιδράσουν.

Οι πρώτες προσπάθειες ένοπλης αντίστασης κατά των δυνάμεων κατοχής έγιναν το καλοκαίρι του 1941 αλλά συνετρίβησαν άμεσα από τον Άξονα. Το κίνημα αντίστασης άρχισε και πάλι το 1942 και μεγάλωσε σημαντικά το 1943 και το 1944.

Αποδέκτες της δράσης των αντιστασιακών ομάδων στην ύπαιθρο, κατά τα πρώτα χρόνια της αντίστασης, υπήρξαν κυρίως οι Ιταλοί που κατείχαν τις περιοχές στις οποίες έδρασαν οι κυριότερες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Οι επιθέσεις που δέχονταν οι Ιταλοί από τους αντάρτες, είχαν ως αποτέλεσμα να απαντούν με πράξεις αντιποίνων οι οποίες είχαν να κάνουν είτε με μαζικές εκτελέσεις κρατουμένων, είτε με καταστροφές χωριών και εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού.

Μια τέτοια πράξη συντελέστηκε στο χωριό μας.

Ήταν την Άνοιξη του 1943 όταν η αντάρτικη ομάδα του Νικηφόρου διανυκτέρευσε στο χωριό. Το επόμενο πρωινό ενημερώθηκαν ότι μια Ιταλική αυτοκινητοπομπή ξεμύτισε από τη Βουνιχώρα. Οι αντάρτες έστησαν καρτέρι στα «Λαχίδια» και όπως συμβαίνει πάντα μετά από κάθε συμπλοκή κανείς δεν θυμόταν ποιός άρχισε πρώτος. Αποτέλεσμα πολλοί Ιταλοί σκοτώθηκαν, κάποιοι τραυματίστηκαν, κάποιοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι και από τα 20 οχήματα της πομπής 17 πυρπολήθηκαν στη θέση της μάχης, ένα ακινητοποιήθηκε στην αρχή του χωριού και δύο διέφυγαν στην Άμφισσα και ενημέρωσαν για το συμβάν.

Τα αντίποινα των Ιταλών ήταν άμεσα, βίαια, αποτρόπαια. Την ίδια μέρα καίνε το κοινοτικό κατάστημα που κυματίζει η Γαλανόλευκη, εκτελούν τους συγχωριανούς μας Δημήτριο Λύτρα και Γεώργιο Πατάκα, μαζεύουν τους τραυματίες και τους νεκρούς τους και αποσύρονται στην Άμφισσα.

Οι αντάρτες φεύγουν κι εκείνοι στα βουνά κι οι χωριανοί μένουν να σώσουν ό,τι σώζεται. Ζώνονται άλλος ένα σακούλι καρβέλια, άλλη τη ραπτομηχανή, άλλος ένα τσουβάλι αλεύρι, παίρνουν σέρνοντας τη γίδα με τα κατσίκια και φεύγουν, κυρίως οι άντρες, σε μέρη αθέατα και απροσπέλαστα όσο ακόμα τους καλύπτει το σκοτάδι αφού τα αμπέλια που ήταν η μόνη καλλιέργεια τότε στο χωριό δεν έχουν ανοίξει ακόμα και τα σκόλια δεν τους προσφέρουν καμιά κάλυψη.

Ξημέρωσε η επόμενη μέρα κι ήταν Απρίλης και Παρασκευή. Οι Ιταλοί επανέρχονται κι αυτή τη φορά αποφασισμένοι να πάρουν εκδίκηση.

Για κάθε θάνατο στρατιώτη αντιστοιχεί η δολοφονία 10 αμάχων, έτσι εκτιμούν τη ζωή.

Συγκεντρώνουν τους άμαχους στα «κάτω αλώνια», παραδίδουν στη λαίλαπα του πυρός κάθε σπίτι, κάθε καλύβι, κάθε αχυριώνα και εκτελούν επιτόπου τον άτυχο Ασημάκη Λαλλά που βρέθηκε στο διάβα τους σε λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή κρατώντας στην αγκαλιά του το δίχρονο παιδί του.

Κι οι σταχταλίθρες που έφερνε η αύρα του Απρίλη ραίνουν το νεκρό κορμί και τα κερωμένα πρόσωπα των αμάχων και μέσα στην απόγνωση όταν ο γέρο Γεώργιος Τζαβάρας αναφωνεί

- Μωρέ τον φάγανε το δόλιο τον Ασμάκη τα θεριά,

στρέφουν την κάνη εναντίον του και τον αφήνουν στον τόπο.

Μετά εκτελούν τον Πέτρο Μπαμπαγενέ και τον Ιωάννη Ντούρο που δεν είχαν προλάβει να φύγουν από το χωριό, κι ο κατάλογος των νεκρών μεγαλώνει.

Στάχτη, αίμα, φλόγες, και δάκρυα βάφουν εκείνη την «Μαύρη» Παρασκευή.

Κι ύστερα οδηγούν τους αιχμαλώτους σαν πρόβατα επί σφαγή στην Άμφισσα και καθ’ οδόν σκοτώνουν τον γέρο Ιωάννη Δρόλαπα που απόστασε και στάθηκε να πάρει ανάσα και στο γήπεδο της Άμφισσας όπου τους οδήγησαν εκτελούν τους Νικόλαο Σταθόπουλο και Δημήτριο Λύτρα, και λίγο παραπέρα τον Ευθύμιο Δασκαλόπουλο και τα χειρότερα αποτρέπονται όταν μια Αηθυμιώτισσα κοπέλα η Χρυσή Τριανταφύλλου υψώνει το ανάστημά της και διεκδικεί χάρη όχι για το «εγώ» αλλά για το «εμείς» για την περίθαλψη που πρόσφερε την προηγούμενη στον τραυματία Ιταλό αξιωματικό Αιμίλιο.

Ευτυχώς η χάρη δίνεται και όσοι σώθηκαν λυπούνται που είναι ακόμα ζωντανοί, επιστρέφουν στο χωριό και προσπαθούν να πιάσουν το νήμα της ζωής μέσα στα αποκαΐδια που ακόμα καπνίζουν. Επίσημα στοιχεία αναφέρουν ότι από τα 423 σπίτια του χωριού, τα 365 καταστράφηκαν ολοσχερώς και τα 20 μερικώς.

Μα η μανία των κατακτητών δεν έχει κοπάσει. Την επομένη επιστρέφουν στο χωριό βρίσκουν εκεί τον Άγγελο Τζίβα που πολεμάει να σώσει το σπίτι του από τη φωτιά και τον εκτελούν. Αποκαίνε όσα σπίτια είχαν γλιτώσει την προηγούμενη μέρα και συνεχίζουν στη γειτονική Βουνιχώρα που θα έχει παρόμοια τύχη.

Η ιστορία γράφεται με αίμα αθώων και ένα ποτάμι δάκρυα.

Στο χωριό μόνος σύμβουλος είναι ο φόβος. Ο ήλιος ντράπηκε από την τόση απανθρωπιά και έτρεξε να κρυφτεί. Τα τσακάλια αναφώνησαν homo hominis lupus και αγκαλιάστηκαν πάνω από τη «Βρούχα». Τα χελιδόνια έψαλλαν ένα ρέκβιεμ για τη χαμένη νιότη και έφυγαν χαμοπετώντας στο «Λούμπακα». Μόνο ο άνεμος σεργιανάει μέσα στα έρημα σοκάκια και θρηνεί.

Κι οι άνθρωποι σκορπίζουν στις πεζούλες, και απαγκιάζουν σε ρέματα, σε τρύπες κι απόμακρες σπηλιές στο «Παλαμήδι», στην «Αποσκερή», στη «Βρούχα», στην «Τρίπορη», στου «Βελεστά», στου «Χαμοπάσα» και επιβιώνουν με ό,τι τους δίνει η φύση. Λάχανα, γάλα, κρίθινο ψωμί.

Σε λίγες ημέρες ξημερώνει Πάσχα και το περνούν με μια κότα και αλάδιαγα λάχανα.

Όταν συνέρχονται λίγο γυναίκες με μικρά παιδιά παίρνουν τις στράτες με τα πόδια και βγαίνουν στη ζητιανιά. Στη διαδρομή ανταλλάσσουν το μοναδικό ζευγάρι παπούτσια και με το τράστο στον ώμο χτυπούν τις πόρτες στην Ιτιά, στο Χρυσό, στο Γαλαξίδι, στη Δεσφίνα και ζητιανεύουν.

Και το δειλινό πίσω στο κατάλυμα μοιράζονται τα λίγα μισοκάρβελα, τη μια χούφτα ελιές και το ροΐ με το λάδι για να ξεγελάσουν την πείνα τους μέχρι να κινήσουν πάλι. Στο λόγγο της Άμφισσας οι αγροφύλακες τους τουφεκάνε και είναι φορές που δεν φέρνουν τίποτα στο σακούλι.

Ευτυχώς τους σώζουν και πάλι τα δώρα της φύσης. Μαζεύουν χόρτα, ξύλα, σπάλαθρα και καρανέζες και τα ανταλλάσσουν στην Άμφισσα και την Ιτιά με λάδι και αλεύρι.

Με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβρη έρχονται οι Γερμανοί που είναι ακόμα πιο σκληροί. Από το μένος τους δεν γλυτώνει ούτε ο Ναός του Αγίου Ευθυμίου που τον πυρπολούν τον Απρίλιο του 1944.

Εκεί μέσα οι χωριανοί είχαν απαγκιάσει τα λιγοστά τους ρούχα, κυρίως προικιά, που έφεραν πίσω από τις πεζούλες για να τα σώσουν από τον επερχόμενο χειμώνα μα τώρα τα χάνουν από την λαίλαπα της φωτιάς. Κι οι άστεγοι γίνονται δυο φορές άστεγοι στον ίδιο τους τον τόπο.

Τα θύματα κατά την περίοδο της κατοχής στην Αγία Ευθυμία ανέρχονται σε πολλές δεκάδες. Δεν είναι μόνο όσοι ξεψύχησαν από βόλι εχθρικό. Η απώλεια έχει πολλά πρόσωπα. Είναι εκείνοι που έμειναν πίσω να θυμούνται και να θρηνούν, είναι εκείνοι που έγιναν διακονιάρηδες στον τόπο τους, είναι εκείνοι που δεν χόρτασαν ψωμί, είναι εκείνοι που έζησαν με τον φόβο.

Χρόνια μετά σε κάθε επέτειο όταν χτυπούσε χαρμόσυνα η καμπάνα και στο ράδιο ηχούσαν παιάνες και μιλούσαν για νίκες και δόξες η μάνα στρέφοταν στον ουρανό

- Πόλεμος; Ούτε του εχθρού σας το σκυλί! και τα μάτια της γέμιζαν αντάρες.

Σήμερα ημέρα μνήμης και ημέρα Λαμπρής έχουμε χρέος να διατηρήσουμε άσβηστη τη μνήμη εκείνων που έφυγαν και υποχρέωση να διασφαλίσουμε το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας.

Θυμόμαστε, γιατί η μνήμη κρατάει τους ήρωές μας ζωντανούς.

Δεν ξεχνούμε, γιατί η λησμονιά μας κάνει συνένοχους.

Συγχωρούμε, γιατί η συγχώρεση είναι το διαβατήριο για τη ζωή.

Τιμούμε, γιατί η τιμή είναι το μόνο έπαθλο για τους νεκρούς.

Δόξα και τιμή στους ήρωες νεκρούς του χωριού μας.

Δόξα και τιμή σε αυτούς που αγωνίζονται για τη ειρήνη σε όλο τον κόσμο.

Σημείωση: Το παραπάνω αποτελεί το κείμενο της ομιλίας της Έφης Κοκκίνη-Τσισκάκη, στις 13 Απριλίου 2015, κατά την Εκδήλωση Μνήμης για την 72η επέτειο από την πυρπόληση της Αγίας Ευθυμίας ( 9 Απριλίου 1943) από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής.



Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει