Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κονιάκο από ένα φίλο και παλιό συμμαθητή του

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΝΙΑΚΟΣ

ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΟΝΙΑΚΟΣ
Ένα μικρό αφιέρωμα σ’ ένα μεγάλο φίλο

Αυτές τις ημέρες, η κοίμηση του Stephen Hawking, έφερε στο μυαλό μου τον παλιό μου φίλο και συμμαθητή μας, αείμνηστο Αντρέα Κονιάκο. Αν και δεν τον είχα ξεχάσει ποτέ, πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου για μια στιγμή, όλες εκείνες οι σκηνές των νεανικών μου χρόνων που σημάδεψαν την μετέπειτα ζωή μου.
Ο Αντρέας, εκείνο το καλοσυνάτο, ψιλόλιγνο, αεικίνητο παλικάρι με τα μαύρα μαλλιά και τα γυαλάκια, με τα τεράστια χέρια και το αστείρευτο χαμόγελο στα χείλη, όπως κι ο Hawking είχε στραμμένο το βλέμμα και το μυαλό του προς τα αστέρια, προς το άπειρο.

Σαν ήτανε μικρό παιδί, έπλασε κι εκείνος τα δικά του όνειρα και ξεκίνησε το ταξίδι του στα αχαρτογράφητα νερά του άγνωστου, όταν μια μέρα σπάζοντας κάποια τσάγαλα στα σκαλοπάτια του σπιτιού του -όπως έλεγε- προσπάθησε βρει ποιο θα ήταν το μικρότερο κομματάκι στο οποίο θα κατέληγε σπάζοντάς τα κι αν θα υπήρχε κάποιο κομματάκι που δεν θα μπορούσε να σπάσει πλέον σε άλλα μικρότερα. Αυτή η παιδική του απορία στάθηκε η αφορμή να αγαπήσει την φυσική με έναν τρόπο όμως ιδιόμορφο που στηριζόταν περισσότερο στην διαίσθηση και λιγότερο στην μελέτη, αφού ούτε βιβλιογραφία υπήρχε εκείνα τα χρόνια, ούτε το internet που έχουμε σήμερα, πέραν δε αυτών ζούσε σχεδόν απομονωμένος στο χωριό του την Αγία Ευθυμία.

Εγώ τον γνώρισα στο πρακτικό, στην τετάρτη γυμνασίου. Τότε εγώ ενδιαφερόμουν για τον «ηλεκτρισμό» και αν και δεν είχαν άμεση σχέση τα ενδιαφέροντά μας, κάναμε μαζί κάποιες συζητήσεις. Πέραν αυτού ήμασταν κι οι δυο οπαδοί του Παναθηναϊκού ενώ είχαμε και μια ανεξήγητη αντιπάθεια προς τα αρχαία ελληνικά, που μας στοίχισε μια χρονιά ακόμη στην τετάρτη γυμνασίου κι έτσι γίναμε κολλητοί, σχεδόν ο ένας προέκταση του άλλου.
Οι περισσότεροι πιθανόν να θυμούνται τον Αντρέα στο σχολείο από τις έντονες εκδηλώσεις αγάπης προς τον Παναθηναϊκό, τις ατάκες του και τις μυθικές μάχες του με τον αείμνηστο καθηγητή μας Σωτήρη Παπαδόπουλο, που παρά τις πλάκες που του έκανε, ο «δάσκαλος» τον αντιμετώπιζε –όπως αποδείχτηκε αργότερα- με πολλή αγάπη.
Κάποια μέρα, απευθυνόμενος ο Αντρέας προς κάποιους συμμαθητές στο αμφιθέατρο είχε πει πως «θα ανακαλύψει τις διαστάσεις του σύμπαντος». Πολλές τρέλες είχε πει κι είχε κάμει μέχρι τότε, αλλά αυτό ξεπερνάει πλέον τα όρια. Αν δε σκεφτεί κανείς και την εποχή που αυτό ειπώθηκε, τότε ξεπερνάει και κάθε έννοια λογικής για αυτό και θεωρήθηκε από μερικούς γραφικός. Ο Αντρέας αργότερα εξήγησε στους συμμαθητές του που δυσπιστούσαν, πως με αυτό δεν εννοούσε πως θα μετρήσει το μέγεθος του σύμπαντος, αλλά το να βρει το πόσες διαστάσεις έχει το σύμπαν, αφού υποστήριζε πως αυτές δεν είναι μόνο τρεις που αντιλαμβανόμαστε, ούτε οι τέσσερις που υποστηρίζει η θεωρία της σχετικότητας, αλλά περισσότερες. Ύστερα πλέον και από αυτό ο Αντρέας αναβαθμίστηκε σε «θεότρελος». Σε μια εποχή που εμείς διαβάζαμε τα μαθήματα της ημέρας στα σχολικά μας βιβλία και κάποιοι από εμάς άντε και κάναν Αλεξόπουλο (δεν υπήρχε άλλωστε και τίποτε άλλο), ετούτος μιλάει για θεωρίες σχετικότητας, για πυρηνικές φυσικές κι άλλα εξωτικά πράγματα: Τρελός θα είναι.  Ο μόνος καθηγητής που τον αντιμετώπιζε με μια συγκρατημένη αρχικά σοβαρότητα (αλλά και πολλά ερωτηματικά) ήταν ο φυσικός κ. Παπαστεργίου και για αυτό και ο Αντρέας τον σεβόταν ιδιαίτερα. Ο Παπαστεργίου τελικά δεν άργησε να αντιληφθεί την πραγματική διάνοια του μαθητού του και συνδέθηκαν οι δυό τους με φιλία, παρά το γεγονός ότι κι οι δυό αργότερα είχαν αποχωρήσει από το γυμνάσιο της Άμφισσας.
Τον Αντρέα, παρά τις ιδιαιτερότητες του, οι συμμαθητές του τον αγάπησαν, όμως αντιμετώπισε το bulling από κάποιους καθηγητές, οι οποίοι δεν δέχονταν το ότι η παράξενη και καμιά φορά ενοχλητική συμπεριφορά του μέσα στο σχολείο, δεν προερχόταν από κακία, αλλά ήταν αποτέλεσμα της ιδιοσυγκρασίας του ανθρώπου.
Έτσι όταν ο Αντρέας τέλειωσε την τετάρτη γυμνασίου για δεύτερη φορά, εκείνος μεν έφυγε για να συνεχίσει το γυμνάσιο στην Αθήνα ενώ εγώ στο Γαλαξίδι.
Στο γυμνάσιο του Χαλανδρίου που γράφτηκε ο Αντρέας, συνάντησε φιλικό περιβάλλον και γνώρισε σημαντικά πρόσωπα, πανεπιστημιακούς και καθηγητές που αναγνώρισαν την ιδιαιτερότητά του και τις δυνατότητές του και τον ενθάρρυναν να συνεχίσει να ασχολείται με την θεωρητική φυσική. Ο ίδιος όμως ήξερε πως δεν είχε τις δυνατότητες να περάσει τις εξετάσεις για κάποιο πανεπιστήμιο, παρόλα αυτά συνέχιζε την μελέτη του πάνω σε ανώτερα θέματα θεωρητικής φυσικής. Σε εκείνη την φάση του έγινε και πρόταση υποτροφίας από πανεπιστήμιο του εξωτερικού προκειμένου να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του, χωρίς εξετάσεις. Ο Αντρέας όμως μη μπορώντας να μετακινηθεί εκτός Ελλάδας επέστρεψε στο χωριό του και συνέχισε να ζει εκεί με τους γονείς του που είχαν ένα μικρό παντοπωλείο.
Παρά του ότι ο Αντρέας δεν σπούδασε ποτέ, συνέχισε να ασχολείται με την θεωρητική φυσική και να γράφει μικρά βιβλία με επιστημονικό περιεχόμενο, τέτοιο που εντυπωσίασε πολλούς επιστήμονες και διανοούμενους της τότε εποχής, στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό. Όπως εκείνοι είπαν και έγραψαν στα αφιερώματά τους για εκείνον, προέβλεψε σημαντικά πράγματα στο σύμπαν πριν ακόμη αυτά ανακαλυφθούν πειραματικά από τους επιστήμονες. Μίλησε για τις μελανές οπές, για την αντιύλη στο σύμπαν, την αντι-εντροπία στο σύμπαν, για το πλήθος των διαστάσεων, την ενοποιημένη θεωρία κι άλλα πολλά και να σκεφτεί κανείς για την εποχή στην οποία βρισκόμασταν τότε: 1973 – 1980.
Ήρθε όμως καιρός που ίσως να μπούχτισε την φυσική. Τότε έστρεψε το βλέμμα του ακόμη πιο ψηλά από τα αστέρια και χωρίς να εγκαταλείψει τελείως την θεωρητική φυσική, ασχολήθηκε με την παλιά του αγάπη την ποίηση. Έγραψε τότε ποιήματα φιλοσοφικά που μέσα από αυτά εξέφραζε τον πόνο, την μοναξιά και την θλίψη του για τη ζωή που έβλεπε σιγά σιγά πως πλέον δεν τον γέμιζε. Κι αν καμιά φορά ήθελα κάποιο στίχο πιο χαλαρό, πιο ρομαντικό και πιο ανοιξιάτικο, απευθυνόταν σε εμένα μιας κι εγώ τότε έγραφα ποίηση. Ήξερε όλα τα ποιήματα απέξω και τα απάγγελνε όπου κι αν βρισκόταν. Και σε αυτό τον τομέα ο Αντρέας διέπρεψε και παρόλο που στο σχολείο ήταν «χείριστος μαθητής» κατά την κρίση των φιλολόγων καθηγητών του, έγραψε καταπληκτικούς στίχους και κείμενα τέτοια που προκάλεσαν τον θαυμασμό των διαχρονικά κορυφαίων των ελληνικών γραμμάτων: Του Οδυσσέα Ελύτη, του Γιάννη Ρίτσου, των κορυφαίων μουσικών Μάνου Λοΐζου, Απόστολου Καλδάρα και βέβαια του Μίκη Θεοδωράκη που τον τίμησε με την ιδιαίτερη φιλία του και που είπε σε μιά του αφιέρωση για τον Αντρέα  πως η πολιτεία θα έπρεπε να αναγνωρίσει το έργο του και να ασχοληθεί «χειροπιαστά» μαζί του. Εγώ όμως Μίκη μου ύστερα από τόσα χρόνια θα έλεγα –αν βέβαια μου επιτρέπεις – πως καλύτερα που δεν ασχολήθηκε…
Διανοούμενοι, μουσικοί, διακεκριμένοι ιεροκήρυκες της εκκλησίας αλληλογραφούσαν τότε με τον Αντρέα ανταλλάσοντας σκέψεις πάνω σε επιστημονικά, πνευματικά και φιλοσοφικά θέματα. Τοπικοί σύλλογοι τον τίμησαν και έκαναν αφιερώσεις στον ίδιο και το έργο του.
Έγραψαν επανειλημμένα για αυτόν ολοσέλιδα άρθρα οι εφημερίδες της εποχής και εξέφραζαν τον θαυμασμό τους για αυτόν τον «νέο Αϊνστάιν» που ζει στο ορεινό χωριό της Φωκίδας. Ο Αντρέας καμάρωνε για αυτές του τις επιτυχίες, τις επιδείκνυε με καμάρι στους φίλους του και αυτό του έδινε θάρρος να ασχολείται ακόμη περισσότερο με την φυσική.
Παράλληλα με τον Αντρέα, εγώ μετά την αποφοίτησή μου και το στρατιωτικό έπιασα δουλειά στην Αθήνα. Σε όλο αυτό το διάστημα που εκείνος ξεδίπλωνε το πολυσχιδές έργο του, εγώ πηγαινοερχόμουνα συχνά στην Άμφισσα. Με τον Αντρέα ήδη από την σχολική εποχή είχαμε γίνει “κολλητοί”. Ανταμώναμε πολύ συχνά, άλλοτε στην Άμφισσα κι άλλοτε στην Αγία Ευθυμία, αλλά και στην Αθήνα για το λίγο χρόνο που έμεινε στο Χαλάνδρι. Εκείνος ήταν πολύ αυθόρμητος και εκδηλωτικός κι είχε γράψει στα παλιότερα των υποδημάτων του τον καθωσπρεπισμό και κάθε που έβλεπε ανθρώπους που αγαπούσε, τους γελούσε και τους αγκάλιαζε με τα τεράστια χέρια του και με όλη του τη δύναμη, τους απήγγειλε ποιήματα, τραγουδούσε, τους μιλούσε για επιστημονικά θέματα κι ας ήταν καταμεσής της πλατείας ή και μέσα στην καφετέρια του αείμνηστου Φώτη στην κάτω πλατεία της Άμφισσας, εκεί που συχνάζαμε. Από την άλλη πλευρά εγώ δεν ήθελα να δίνουμε στόχο και να προκαλούμε τα σχόλια των γνωστών μας, για αυτό πηγαίναμε οι δυο μας στους Αγίους Αναργύρους κι άλλοτε στο ύψωμα της Αγίας Τριάδας στην Αγία Ευθυμία. Εκεί περνούσαμε ατέλειωτες ώρες περπατώντας και συζητώντας για φιλοσοφικά θέματα. Μου μιλούσε για την θεωρία της σχετικότητας, το σύμπαν, για τις μελανές οπές, τις σκολυκότρυπες του σύμπαντος, τις υπερχορδές, την βαρύτητα, κι άλλα σχετικά θέματα και προσπαθούσε να με πείσει πως ο κόσμος που βλέπουμε δεν είναι παρά μια εικονική πραγματικότητα. Ύστερα εκείνος τραγουδούσε με την στεντόρεια φωνή του και με όλη τη δύναμη της ψυχής του τραγούδια του Θεοδωράκη και του Καζαντζίδη. Δεν τραγουδούσε για τους άλλους αλλά για τον ίδιο. Ερμήνευε τα τραγούδια με έναν μοναδικό τρόπο τέτοιο, που μόνο οι δημιουργοί των θα μπορούσαν να το κάνουν. Ο ίδιος είχε ταυτιστεί με εκείνα τα τραγούδια του Καζαντζίδη σε τέτοιο βαθμό που ήτανε λες και είχαν γραφτεί αποκλειστικά για αυτόν. Για αυτό και ο Καζαντζίδης όταν έμαθε για τον Αντρέα την ζωή του και το πόσο τον εξέφραζαν τα τραγούδια του, τον τίμησε με την φιλία του κι αλληλογραφούσε κι εκείνος μαζί του. Πολλά πράγματα άλλαξε ο Αντρέας στη ζωή του αλλά τον Καζαντζίδη, τον Στελάρα όπως το έλεγε και την αγάπη για την Παναγία, ποτέ!
Με τον Αντρέα συναντιόμασταν πολλές φορές στο σπίτι μου στην Άμφισσα. Εκείνος μιλούσε στους γονείς μου και τους εξηγούσε τις θεωρίες του για το σύμπαν, αδιαφορώντας για το ότι εκείνοι ούτε που τον καταλάβαιναν παρά μονάχα έστρωναν το τραπέζι για το φαγητό. Το ίδιο άλλωστε έκανε και με τους χωριανούς του και με όλον τον κόσμο. Άλλες φορές πήγαινα εγώ στην Αγία Ευθυμία στο παντοπωλείο του πατέρα του όπου και το σπίτι του. – Λόγω της δικής μας φιλίας μας με τον Αντρέα είχαν αναπτύξει και οι γονείς μας οικογενειακή φιλία. Εκεί συζητούσαμε για διάφορα θέματα κι ο Αντρέας μου έδειχνε με υπερηφάνεια τα άρθρα που έγραφαν οι εφημερίδες για εκείνον, την αλληλογραφία με όλους εκείνους τους ανθρώπους, τις βραβεύσεις που του είχαν γίνει, τις χειρόγραφες σημειώσεις και τα βιβλία του, τους ανεκπλήρωτους έρωτες του.
Ο Θύμιος, ο πατέρας του Αντρέα, άνθρωπος πρακτικός, της αγοράς, με πλήρη αίσθηση της πραγματικότητας, κατανοώντας πως όλα ετούτα τα σημαντικά που είχε πετύχει ο γιος του και η φήμη, καλά μεν είναι αλλά δεν μπορούν να του εξασφαλίσουν το μέλλον, έκαμε κάποιες προσπάθειες να τον κρατήσει στο μαγαζί, εκείνος όμως ήταν τελείως αρνητικός κι ίσως αυτό αποτέλεσε ένα λόγο μιας συνεχούς διαμάχης και ανταγωνισμού που είχαν οι δυο τους.
Η μάνα του, η καλοσυνάτη κυρά-Βαρβάρα, που ο Αντρέας, χωρίς να το δείχνει σε εκείνη, την λάτρευε, τον φρόντιζε και δεν χαλούσε ποτέ κανένα χατίρι στον Αντρίκο της, όπως τον έλεγε. Διαισθανόταν όμως το δύσκολο μέλλον της, ήξερε το τι θα ακολουθήσει και μου μιλούσε σε εμένα και σε κάποιους άλλους φίλους μας για το γιο της, μας ζητούσε να τον αγαπάμε και να τον προσέχουμε.
Ύστερα από λίγα χρόνια εκείνη έφυγε κι ο Αντρέας έχασε τότε την γη κάτω απ’ τα πόδια του κι η ζωή του άλλαξε τελείως. Αργότερα έχασε και τον πατέρα του κι όταν η ζωή τον απογοήτευσε πλήρως κι έμεινε τελείως μόνος, έστρεψε το βλέμμα του ακόμη ψηλότερα και ψηλότερα κι εκεί συνάντησε την Παναγία στη Σκέπη της οποίας βρήκε την πραγματική παρηγοριά κι αγάπη. Είχε ήδη με Εκείνη μια ερωτική σχέση μαζί Της. Μια σχέση παρόμοια με εκείνη που έχει το μικρό παιδί με την μάνα που το θηλάζει.  Με τον ίδιο εκδηλωτικό τρόπο που μιλούσε παλιά στους ανθρώπους για την επιστήμη, τους φανέρωνε τώρα την αγάπη του για την Παναγία και προσπαθούσε να μεταφέρει και σε εκείνους και σε εμένα (νιόπαντρο τότε) την ελπίδα και την χαρά, αυτή που θα νοιώσουμε αν ενωθούμε μαζί Της .
Αργότερα εγώ δημιούργησα οικογένεια και λόγω αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων, περιόρισα τα ταξίδια μου στην Άμφισσα και χαθήκαμε σχεδόν με τον Αντρέα ο οποίος συνέχισε μια πολύ ταραγμένη ζωή.
Σαν ταξιδιάρικο πουλάκι ήρθε ο Αντρέας σ’ αυτή τη ζωή και σαν πουλάκι πετάρισε και έφυγε μακριά για τους χώρους εκείνους που μελετούσε στις έρευνές του και που έβλεπε στα όνειρά του. Δεν ξέρω πως θα εξελίσσονταν τα πράγματα και ο ίδιος, αν μπορούσε να σπουδάσει κι αν αποδεχόταν εκείνη την υποτροφία. Ίσως να γινόταν ένας καθηγητής σε ένα γυμνάσιο της ελληνικής επαρχίας. Ίσως να σβήναν τα όνειρά του, όπως συμβαίνει σε πολλά παιδιά σήμερα, που ενώ αρχικά παίρνουν πτυχία, ύστερα χάνονται μέσα στην σκληρή καθημερινότητα. Ίσως όμως να ακούγαμε σήμερα όλον τον κόσμο να μιλάει για τον διανοούμενο συμμαθητή μας …
Ο Αντρέας ήταν μια προσωπικότητα σε μεγέθυνση. Όλα του ήσαν σε μεγάλες διαστάσεις: Το ύψος του, η χαρμολύπη του, οι κινήσεις, η φωνή του και οι αντιδράσεις του, ο χειμαρρώδης λόγος του, ο έρωτας, μα προ πάντων οι ιδέες του.
Δεν ήταν ένα παιδί θαύμα, ένα genius boy όπως θα το εννοούσαμε σήμερα. Προσέγγισε και ανάλυσε τον κόσμο όπως οι αρχαίοι φιλόσοφοι. Έζησε – όπως έγραφε ο Σπ. Ζερβός – μέσα στην φύση. Ίσως αν ζούσε συμβατικά, όπως όλοι εμείς να ήταν ένας από εμάς. Όπως οι αρχαίο σοφοί έτσι κι εκείνος ταυτίστηκε και εμπνεύστηκε από την φύση και για αυτό την κατανόησε και αυτός σε τόσο μεγάλο βάθος.
Ο Αντρέας ήταν ένα αγνό ελληνόπουλο που συμπύκνωνε στο πρόσωπό του τα υψηλά ιδανικά της φυλής μας, για αυτό κι αγάπησε τόσο πολύ, τόσο αγνά, τόσο εκφραστικά την Παναγιά, τον πατρο-Κοσμά (τον Αιτωλό), τον Ρήγα, την οικογένεια που ο ίδιος δεν ευτύχησε να δημιουργήσει…
Ο Αντρέας είχε γράψει αρκετά μικρά βιβλία και χειρόγραφες σημειώσεις με θέματα φυσικής και ποιήματα που μας τα είχε χαρίσει, σε εμένα και σε άλλους φίλους του. Εγώ όμως μη επιμελής, καθώς ήμουνα και λόγω των πολλών μετακομίσεων, τις περισσότερες τις έχω χάσει. Ο Γιώργος Αβραμίκος μου είχε πει πως έχει διαφυλάξει κάποια από εκείνα τα βιβλία. Πιθανόν βιβλία και σημειώσεις να διαθέτει και ο Ηλίας Καραμπέτσος που είχε επίσης καλή φιλία με τον Αντρέα. Δεν ξέρω ακόμη αν κάποιος έχει διαφυλάξει το αρχείο του Αντρέα με τις φωτογραφίες, την αλληλογραφία και τις σημειώσεις του κι αν κάποιος άλλος απ’ τους παλιούς συμμαθητές του, του δημοτικού και του γυμνασίου και τους συγχωριανούς του μπορεί να μας φωτίσει με τις λεπτομέρειες της ζωής του.
Πιθανόν όλα αυτά σήμερα, για τον πολύ κόσμο, να μην είναι πλέον κάτι το πολύ σημαντικό, αν όμως βρεθούν και συγκεντρωθούν θα είναι μια καλή ανάμνηση από έναν παλιό μας συμμαθητή και φίλο. Έναν άνθρωπο που πραγματικά «κοίταξε τα αστέρια κι όχι τα πόδια του … » όπως θα έλεγε μετά από αρκετά χρόνια ο Stephan Hawking.

Δημήτρης Ταλάντης

Σημείωση agiathimia.com: Η φωτογραφία του Ανδρέα, δεν είναι και η καλύτερη διότι είναι από βίντεο. Μπορείτε να δείτε το σχετικό βίντεο του Κώστα Ντούρου πατώντας ΕΔΩ



Be first to comment