Αποκριά στην Άμφισσα: Το Στοιχειό της Χάρμαινας (άρθρο στο «Βήμα»)

ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Μπορεί η ιστορία του Κωνσταντή και της Λενιώς στη συνοικία Χάρμαινα της Άμφισσας να μην τυγχάνει της παγκόσμιας δημοφιλίας του έργου «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ωστόσο η τραγωδία των δύο νέων, η αγάπη των οποίων έσβησε πριν προλάβει να ανθίσει, εμπνέει μέχρι σήμερα τους κατοίκους της ελληνικής πόλης.
Μικροί και μεγάλοι αναβιώνουν κάθε χρόνο ανελλιπώς από το 1995 τη «Νύχτα των Στοιχειών», που αφορά μια δραματική αναπαράσταση της ιστορίας των δύο νέων, που ζωντανεύει τους θρύλους και τις παραδόσεις της Άμφισσας, μέσα από τις πανάρχαιες μνήμες και διαδρομές.
Η ιστορία των δύο νέων, που πέρασε από γενιές σε γενιές, στόμα με στόμα, με μυστήριο και φόβο, τρομακτικό, αλλά συνάμα ελκυστικό, αναβιώνει κάθε τελευταίο Σαββατόβραδο της Απόκρεω με αφετηρία την παλιά συνοικία των Ταμπάκηδων, τη Χάρμαινα. Βέβαια, την Παρασκευή το βράδυ, προηγείται μια μικρότερης κλίμακας γιορτή, που αφορά το ξύπνημα του Στοιχειού του Κωνσταντή.
Συγκεκριμένα, το τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς, από τη συνοικία της Χάρμαινας και τα 120 σκαλιά του Αϊ Νικόλα, κατεβαίνει το Στοιχειό του Κωνσταντή, και ακολουθούν κορυβαντιώντας πλήθος οι συνοδοί του (στην αμφισσιώτικη παράδοση «ντβετσικάδες», «μποτζινάκηδες», «αράπηδες», «αχυρένιοι» κ.ά. με παγανιστικές μεταμφιέσεις και διαθέσεις).
Στην πλατεία Κεχαγιά, αφού πρώτα… παλέψουν με άλλα στοιχειά -της Τέχολης και του Γκιριζίου-, ο νικητής της αναμέτρησής τους έρχεται αντιμέτωπος με το Στοιχειό του Κωνσταντή, ο οποίος πάντα κερδίζει. Στην όλη αναπαράσταση συμμετέχουν περισσότερα από 4.000 άτομα, ντυμένοι από νεράιδες και ξωτικά μέχρι κουδουνοφόροι και δερματοφόροι.
Στην παλιά συνοικία των Ταμπάκηδων, τη Χάρμαινα, οι δρόμοι και τα σοκάκια της παλιάς πόλης πλημμυρίζουν από πλάσματα αλλόκοτα και υπερφυσικά. Ξωτικά, Νεράιδες, Ντεβέτσκες, Μποτσνάκηδες, Ξυλένιοι, Αχυρένιοι, Αράπηδες, καθώς το παρελθόν ξαναζεί στο παρόν σε μία ατμόσφαιρα υποβλητική.
Το «Στοιχειό της Χάρμαινας», το μεγαλύτερο και το πιο δυνατό, ο φόβος και ο τρόμος των παλαιών Χαρμαινιωτών αλλά και προστάτης των Ταμπάκηδων, θα κάνει την εμφάνισή του στα σκαλιά του Άη Νικόλα, θα κατέβει προς την πλατεία μαζί με τα παρατρεχάμενα ξωτικά και ένα ατέλειωτο πλήθος δερματοφόρων και κουδουνοφόρων, για να συναντηθεί με τα άλλα δύο ξωτικά της Τέχολης και του Γκιριζιού σε μία πάλη μέχρις εσχάτων.
Η εκδήλωση έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον, όχι μόνο καρναβαλικό αλλά και λαογραφικό, καλλιτεχνικό και πολιτιστικό, καθώς διοργανώνεται από το Εικαστικό Εργαστήρι του Δήμου Άμφισσας και την επιτροπή Στοιχειού. Από το 1995 που ξεκίνησε, παρουσιάζει μια εντυπωσιακή εξελικτική πορεία με σύγχρονες εικαστικές και μουσικές προσεγγίσεις, δρώμενα και συμμετοχές.
«Το 1995, οπότε και ξεκίνησε η αναβίωση της ιστορίας των δύο νέων, οι συμμετέχοντες δεν ξεπερνούσαν τους δέκα, αλλά σήμερα υπερβαίνουν τις 4.000 και ολοένα και αυξάνονται. Συμμετέχουν από παιδιά νηπιαγωγείου μέχρι και άτομα ηλικίας άνω των 60 χρόνων» είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η 30χρονη πρόεδρος του Πολιτιστικού Κέντρου Φωκίδας, Παντία Κατσικούλη, κοινωνική λειτουργός και αυτή, που τα τελευταία δύο χρόνια ντυμένη στα λευκά αναπαρίστανε τη Λενιώ.
Οι θρύλοι για τα «στοιχειά» είχαν μεγάλη διάδοση στην περιοχή, ενώ κοινή πεποίθηση αποτελούσε ότι αυτά αντιπροσώπευαν ψυχές σκοτωμένων ανθρώπων που τριγυρνούσαν ανικανοποίητα στην περιοχή. Το τελευταίο τριήμερο της Αποκριάς, στην ευρύτερη περιοχή της Άμφισσας, δεν πέφτει ούτε καρφίτσα, με τα καταλύματα να είναι υπερπλήρη. Οι επισκέπτες, σύμφωνα με την κ. Κατσικούλη, προέρχονται από όλα τα μέρη της Ελλάδας. Σημειώνεται, δε, ότι την όλη διοργάνωση αναλαμβάνουν το Εικαστικό Εργαστήρι Χάρμαινας, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Φωκίδας και ο Δήμος Δελφών.

Ο Κωνσταντής και η Λενιώ

Τότε λοιπόν που τα παραμύθια έβγαιναν από την ίδια τη ζωή, ζούσε στην Άμφισσα ένα παλικάρι, ο Κωνσταντής. Σύμφωνα με το μύθο, που κάποιοι ακόμη και σήμερα υποστηρίζουν ότι είναι πραγματικότητα, ήταν ένας όμορφος και περήφανος νέος, ειλικρινής και ντόμπρος, ο οποίος δούλευε στο βυρσοδεψείο του θείου του, στη Χάρμαινα. Από τα άγρια χαράματα μέχρι να πέσει ο ήλιος, ο Κωνσταντής μεταμόρφωνε το τομάρι σε απαλό σαν μετάξι δέρμα. Μοχθούσε καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του, αλλά δεν τον ένοιαζε ούτε η σκληρή δουλειά ούτε η φτώχεια. Αγαπούσε τη Λενιώ και ήταν ευτυχισμένος.
Η Λενιώ ήταν όμορφη, καλοσυνάτη νέα, χωρίς κανένα ψεγάδι απάνω της. Βοηθούσε στα αμπέλια και στα ελαιόδεντρα που είχε ο πατέρας της. Ήταν μοναχοθυγατέρα και ανεκτίμητη για τους γονείς της. Αγαπούσε τον Κωνσταντή και λαχταρούσε να τον συναντήσει, στο Κάστρο της Ωριάς. Οι δύο νέοι ήταν ερωτευμένοι και έπλαθαν όνειρα για το μέλλον τους. Η ζωή απλωνόταν μπροστά τους και τους χαμογελούσε. Πίστευαν ότι τίποτα δεν μπορούσε να τους αρπάξει την ευτυχία τους.
Μόλις χάραξε, ο Κωνσταντής φόρτωσε το κάρο του με ολοκαίνουρια δέρματα και έφυγε από την πόλη. Είχε να παραδώσει τα εμπορεύματα και να αγοράσει εργαλεία, απαραίτητα για τη δουλειά του. Περιόδευε από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό για βδομάδες, και οι παραγγελίες των δερμάτων ολοένα αυξάνονταν. Όλες του οι προσπάθειες, δεν πήγανε στράφι και μετά από κάμποσο καιρό γύρισε στην Άμφισσα με ένα δαχτυλίδι για την αγαπημένη του. Έτρεξε ανυπόμονα στο σπίτι της Λενιώς για να τη ζητήσει από τον πατέρα της σε γάμο.
Πλησιάζοντας τον «ζώσανε τα φίδια». Το σπίτι της Λενιώς ήταν αμπαρωμένο και μια σκιά θανάτου πλανιόταν στον αέρα. Έμαθε από τους γείτονες και τον καρδιακό του φίλο, Γιάννο, τον απρόσμενο θάνατο της αγαπημένης του.
Η Λενιώ είχε πάει στην πηγή της Χάρμαινας, για να γεμίσει τη στάμνα της με δροσερό νερό. Ξαφνικά, χάλασε ο καιρός και άρχισαν να πέφτουν αστραπές και κεραυνοί. Μια καταρρακτώδης βροχή πλημμύρισε τους χωματόδρομους. Άρχισε να σουρουπώνει, ερημιά, ψυχή δεν φαινόταν τριγύρω. Ήταν μόνη της κάτω από τα γέρικα πλατάνια. Ο αέρας φυσούσε με μανία και τίποτα δεν άφηνε όρθιο. Δεν πρόλαβε να φύγει. Ένας κεραυνός τη χτύπησε και σωριάστηκε εκεί, στην πηγή τους, με ένα φρεσκοκομμένο ματσάκι γιασεμί, να ανεμίζει στα μακριά μαλλιά της
Οι γονείς της Λενιώς βουτήχτηκαν σε λύπη βαθιά, και μην μπορώντας να αντέξουν το θάνατο της μονάκριβης θυγατέρας τους, πούλησαν το βιος τους και έφυγαν από την πόλη.
Η λύπη και ο πόνος τρύπωσαν μέχρι τα μύχια της καρδιάς του Κωνσταντή, και μην μπορώντας να αντέξει τον άδικο χαμό της αγαπημένης του, ράγισε η καρδιά του. Την άλλη μέρα βρήκαν το άψυχο σώμα του κάτω από το κάστρο της πόλης. Η όψη του ήταν γαλήνια και ένα αχνό χαμόγελο, διαγραφόταν στο πρόσωπό του. Πίστευε ότι η ψυχή του θα ενωνόταν με την αγαπημένη του Λενιώ. Έτσι, θα μπορούσε να την έχει για πάντα κοντά του, χωρίς να φοβάται ότι θα πάψει να την αγαπάει.
Η θρησκεία, όμως, δεν τον δέχτηκε στην αγκαλιά της και καταδικάστηκε να περιπλανιέται. Από τότε ο Κωνσταντής στοίχειωσε και καταφεύγει στο λημέρι του, την πηγή της Χάρμαινας. Μοιρολογούσε για τα νιάτα που δεν έζησε, θρηνούσε για την αγάπη που έχασε.
Το Στοιχειό της Χάρμαινας, ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια, είχε άγριο και φριχτό παρουσιαστικό. Φύλαγε την πηγή της Χάρμαινας, όπου δούλευαν οι ταμπάκηδες της πόλης, και τους προστάτευε από κάθε κακό και από τα άλλα στοιχειά της περιοχής. Γιατί τους αγαπούσε τους βυρσοδέψες, τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους. Κι όταν κάποιος απ’ αυτούς ήταν ετοιμοθάνατος, τότε γύριζε έξω από το σπίτι του και άρχιζε ένα αξιοθρήνητο ουρλιαχτό πόνου.
Όταν το έζωνε η μοναξιά, το στοιχειό έβγαινε από το ησυχαστήριό του και περιφερόταν από σοκάκι σε σοκάκι, βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά. Ακολουθούσε πάντα την ίδια διαδρομή. Περνούσε από το σπίτι της Λενιώς, από το πατρικό του και από τα σπίτια των φίλων του. Τότε ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια τους και γεμάτοι φόβο προσεύχονταν στο Θεό να τους φυλάει.
Οι νεότεροι σήμερα υποστηρίζουν ότι η ιστορία του Κωνσταντή και της Λενιώς μοιάζει να είναι μύθος, «και το πιο πιθανόν να είναι κιόλας», όπως είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Κατσικούλη, προσθέτοντας ωστόσο ότι ακόμη και σήμερα οι γιαγιάδες και παππούδες υποστηρίζουν ότι είναι αληθινή πέρα για πέρα. «Δεν μπορεί παρά να’ ναι αληθινή, αλλιώς ο κόσμος δεν θα την έλεγε ξανά και ξανά στα παιδιά του και στα εγγόνια του» λένε χαρακτηριστικά οι μεγαλύτεροι, με την κ. Κατσικούλη να τονίζει: «Υποστηρίζουν πως θυμούνται να έχουν δει με τα ίδια τους τα μάτια νεράιδες και ξωτικά σε κλαδιά δέντρων, αλλά και να ακούν τις φωνές του Κωνσταντή».
Τονίζεται ότι εκτός από το Χαρμαινιώτικο, υπήρχαν και άλλα στοιχειά. Το καθένα από αυτά προστάτευε -μεταξύ άλλων- κάποια πηγή νερού, κάποια συνοικία, τους αμπελώνες και τα ελαιόδεντρα. Πολλές φορές τα στοιχειά συγκρούονταν μεταξύ τους και πάλευαν μερόνυχτα ολόκληρα. Πάντα όμως νικούσε το Χαρμαινιώτικο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και έξυπνο. Η πάλη γινόταν στη Χάρμαινα, κάτω από τα πλατάνια και τα πεύκα. Οι Αμφισσιώτες φοβούνταν και δεν «έβγαζαν μύτη» κατά τη διάρκεια του αγώνα. Περίμεναν καρτερικά, ώσπου να τελειώσουν όλα και να σταματήσουν οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των στοιχειών.

Η ιστορία της Χάρμαινας

Η Χάρμαινα είναι η συνοικία της Άμφισσας στην οποία από πολλών αιώνων ήταν συγκεντρωμένα όλα τα εργαστήρια που ασχολούνταν με την κατεργασία του δέρματος (Ταμπάκικα ή Ταμπακαριά). Η Χάρμαινα βρίσκεται νότια και σε απόσταση περίπου 500 μέτρων από το ιστορικό κάστρο της Άμφισσας, ενώ στα δυτικά της και σε απόσταση επίσης περίπου 500 μέτρων βρίσκεται ο σημαντικός βυζαντινός ναός του Σωτήρος (του 11ου αι. μ.Χ.). Η τέχνη της κατεργασίας δερμάτων (βυρσοδεψία) στην Άμφισσα υπήρχε πολύ πριν από το 1600, καθώς σε αυτήν αναφέρεται ο άγγλος περιηγητής Dodwell, που διερχόμενος από την Άμφισσα θαύμασε καταρχήν το μέγεθος των ελαιόδεντρων και του καρπού της ελιάς, αλλά και τα παραγόμενα χρωματιστά δέρματα που ήταν περιζήτητα σε όλη την Ελλάδα αλλά και εξάγονταν ακόμη προς όλες τις γνωστές τότε χώρες του εξωτερικού.
Η κατεργασία των δερμάτων γινόταν με το άφθονο νερό της πηγής της συνοικίας Χάρμαινας, υπήρχε δε διαδεδομένη η πεποίθηση ότι το νερό αυτό είχε την εξαιρετική ιδιότητα να προσδίδει στα δέρματα της Χάρμαινας τον χαρακτηριστικό ανεξίτηλο και στιλπνό κίτρινο χρωματισμό τους.
Οι ταμπάκηδες της Χάρμαινας χρησιμοποιούσαν κυρίως το γίδινο (κατσικίσιο) δέρμα. Η εργασία τους ήταν πλήρως χειρωνακτική και πολύ χρονοβόρα, η δε κατεργασία του δέρματος ήταν φυτική και η δέψη του γινόταν με κύρια υλικά το βελανίδι και το ρούδι.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η φυτική αυτή κατεργασία έδινε στα δέρματα τη μοναδικότητα να παρουσιάζουν ιδιαίτερη αντοχή στη χρυσή γραφή. Αφού λοιπόν διαπιστώθηκε ότι τα δέρματα που τύγχαναν αυτής της επεξεργασίας (φυτικής) ήταν τα μοναδικά που διατηρούσαν ανεξίτηλα στο χρόνο τα χρυσά γράμματα, άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιβλιοδεσία και στις περγαμηνές, αλλά ακόμη και για τσάντες, πορτοφόλια, χαρτοφύλακες, για την εσωτερική επένδυση των παπουτσιών κ.λπ.
Η μεγάλη ακμή των ταμπάκικων της Χάρμαινας διατηρήθηκε μέχρι και το Μεσοπόλεμο, ενώ μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και σταδιακά η συνοικία των βυρσοδεψών παρήκμασε εξαιτίας της δυναμικής εισόδου των πλαστικών υλικών που αντικατέστησαν το δέρμα στις περισσότερες από τις εφαρμογές του.
Σήμερα έχουν απομείνει όλα κι όλα στη Χάρμαινα 3-4 εργαστήρια ταμπάκηδων, που αγωνίζονται να συντηρήσουν την προαιώνια τέχνη τους μέσα στις καταιγιστικές εξελίξεις της σύγχρονης ζωής. Η συνοικία της Χάρμαινας, παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να ασκεί μια μοναδική γοητεία τόσο στους ντόπιους όσο και στους επισκέπτες. Τα μοναχικά και ατμοσφαιρικά σοκάκια της, τα ερειπωμένα παλιά εργαστήρια, η πηγή και τα παλιά πλατάνια, το γραφικό Τουλασίδι (κεντρικό κτίριο του οικισμού, παλιά κοινόχρηστος χώρος των ταμπάκηδων, σήμερα πολιτιστικός χώρος της Άμφισσας) συνθέτουν μια μοναδική στον ελληνικό χώρο γειτονιά, μεγάλης ιστορικής και αρχιτεκτονικής αξίας.
Από το 1989 σαράντα δύο κτίρια της Χάρμαινας (παλιά βυρσοδεψεία – ταμπάκικα) έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα. Εξ αυτών τέσσερα ανήκουν στο Δήμο Άμφισσας (νυν Δήμος Δελφών), ενώ τα υπόλοιπα ανήκουν σε ιδιώτες και κυρίως σε παλιούς βυρσοδέψες, κάποια δε από αυτά έχουν ήδη αποκατασταθεί και αναδειχθεί.

Πηγή: www.tovima.gr



Be first to comment